Search

Χειρισμός και Αντιμετώπιση Εξαρτημένων Ατόμων στη Κύπρο

Αντώνης Μίντζης Δικηγόρος-Νομικός Σύμβουλος


LLB LAW, LLM (Ποινική Δικαιοσύνη και Ανθρώπινα δικαιώματα) MSC (Ποινικό δίκαιο και Εξαρτήσεις) Υπ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Κύπρου


Η εξάρτηση δραστών από ναρκωτικές ουσίες, αδιαμφησβήτητα συνδέεται άρρηκτα με την παραβατικότητα και το ίδιο το ποινικό σύστημα. Το είδος και η φύση της παραβατικής συμπεριφοράς τους, καθιστά τους ουσιοεξαρτημένους δράστες εν δυνάμει κατηγορούμενους, ποινικά υπεύθυνους και καταληκτικά υπόλογους στην Κυπριακή Δικαιοσύνη. Στην Κύπρο, πολλοί από τους κατηγορούμενους-εξαρτημένους, οδηγούνται τελικά στις φυλακές για αδικήματα του Ν. 29/1977, για κλοπές, ληστείες και άλλα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, που τελέστηκαν ένεκα της εξάρτησης τους. Οι περισσότεροι από αυτούς τους, είτε δηλώνουν εξ υπαρχής την ενοχή τους, είτε κρίνονται ένοχοι καταληκτικά από το Δικαστήριο για τα ποινικά αδικήματα που αντιμετωπίζουν, παραγνωρίζοντας, το γεγονός ότι οι ίδιοι έχουν προσαχθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης για αδικήματα τα οποία έχουν διαπράξει ένεκα της εξάρτησης τους και/ή βρίσκονταν κάτω από συνθήκες εθισμού και/ή υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Είναι γεγονός πως πολλοί καταδικασθέντες εκμεταλλεύονται την ευκαιρία που τους παρέχεται και ξεκινούν θεραπεία απεξάρτησης, στα παρεχόμενα θεραπευτικά προγράμματα που λειτουργούν εντός των Κεντρικών Φυλακών. Παρόλα αυτά, η δικαστηριακή πρακτική της επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης σε εξαρτημένους δράστες, θα πρέπει να μας προβληματίσει περαιτέρω.


Ο συνήγορος Υπεράσπισης, ο οποίος αναλαμβάνει υποθέσεις εξαρτημένων δραστών οφείλει να έχει κατανοήσει πλήρως το νομοθετικό πλαίσιο, δηλαδή το νόμο 29/77 για αδικήματα κατοχής, χρήσης και διακίνησης ελεγχόμενων φαρμάκων, να διαχωρίζει τις ελεγχόμενες ουσίες στις κατηγορίες Α, Β και Γ και το πλαίσιο ποινής για κάθε αδίκημα. Περαιτέρω, σημαντικό νομοθέτημα το οποίο έχει την υποχρέωση να ενημερώσει τον κατηγορούμενο-εξαρτημένο πελάτη του είναι ο Ν. 41(Ι)/2016. Ο περί Θεραπείας Κατηγορούμενων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων Νόμος του 2016 (Ν. 41(Ι)/2016), αποτελεί το νομοθέτημα, σχετικά με την αντιμετώπιση των εξαρτημένων δραστών στην Κύπρο. Περαιτέρω, περιλαμβάνει πρόνοιες σχετικά με την διαδικασία για έκδοση διατάγματος θεραπείας, παραπομπής και ειδικές ρυθμίσεις σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας των κέντρων θεραπείας. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 4, προβλέπεται η ίδρυση τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής, η οποία αναλαμβάνει ρόλο συμβουλευτικό προς τα αρμόδια δικαστήρια και υποβάλλει γνωμάτευση προς τα προαναφερθέντα για σκοπούς έκδοσης του διατάγματος θεραπείας. Η συμβουλευτική επιτροπή και τα κέντρα θεραπείας, με την στήριξη του Αντιναρκωτικού Συμβουλίου Κύπρου, είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές του Νόμου.


Το συγκεκριμένο σεμινάριο στοχεύει στην εμπεριστατωμένη ανάλυση του συγκεκριμένου νόμου στην πρακτική εφαρμογή, αξία και χρησιμότητα του. Για την πλήρη κατανόηση επιμέρους ζητημάτων και προβληματικών σημείων που εντοπίζονται, χρησιμοποιείται η κυπριακή νομολογία. Περαιτέρω, αξιολογείται η αναγκαιότητα ύπαρξης μιας διεπιστημονικής συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων φορέων αναφορικά με το ζήτημα της εξάρτησης στα ναρκωτικά. Οι δικηγόροι, Εισαγγελείς και δικαστές δεν έχουν γνώση και δεν είναι στο επιστημονικό τους πεδίο, τα διαγνωστικά κριτήρια της εξάρτησης, η υποτροπή στις ουσίες, οι θεραπευτικές παρεμβάσεις, η αλλαγή πλάνου θεραπείας, η υποκατάστατη θεραπεία και οι παράγοντες επικινδυνότητας.


Αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως τα δικαστήρια της Κύπρου, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν μεταξύ άλλων, το νομοθετικό πλαίσιο και το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται για το αδίκημα, τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τους σκοπούς επιβολής ποινής. Γίνεται ιδιαίτερη μνεία στα προαναφερθέντα με ειδική αναφορά τους σκοπούς της ποινής, καθότι τα δικαστήρια στηρίζονται κυρίως στην ανταπόδοση του εγκλήματος, την γενική και ειδική αποτροπή και για τους πιο αισιόδοξους στην αναμόρφωση του εξαρτημένου παραβάτη.


Καταλήγοντας, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό από όλους, νομικούς και μη- πως η εναλλακτική της στερητικής της ελευθερίας ποινής, με συμμετοχή των χρηστών σε θεραπευτικά προγράμματα, είναι επιβεβλημένο και αναγκαίο μέτρο για ολοκληρωμένη αντιμετώπιση και επανένταξη των ατόμων στην κοινωνία.[1]Αδιαμφησβήτητα όταν το εξαρτημένο άτομο, δεν τύχει κατάλληλης και αποτελεσματικής θεραπείας, ουσιαστικά περιστρέφεται γύρω από τον ίδιο άξονα, ενώ οι μελέτες[2] έχουν καταδείξει ότι είναι πιο ευάλωτος να ξανά υποτροπιάσει. Η θεραπεία των ατόμων αυτών στοχεύει ακριβώς σε αυτό το ζήτημα, στη δημιουργία ενός νέου και παραγωγικού ατόμου.[3] Είναι επίσης αποδεδειγμένο από τις αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων πως η κατασταλτική πολιτική δεν έχει επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Δεν καταπολεμά την εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες αλλά τιμωρεί τον δράστη για την πράξη, αφήνοντας την εξάρτηση στο περιθώριο. Η συγκροτημένη και αποτελεσματική θεραπεία σε συνδυασμό με την παραγωγή κινήτρων για συγκράτηση και ολοκλήρωση της θεραπείας μπορεί να επιφέρει πραγματικά πολύτιμα οφέλη όχι μόνο στον ίδιο τον εξαρτημένο χρήστη αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία.


[1]Δήμητρα Σορβατζιώτη, ‘Το Εφαρμοσμένο Μοντέλο του Ειδικού Δικαστηρίου για τη Θεραπεία από την Εξάρτηση Ναρκωτικών Ουσιών’ «Εξαρτήσεις» 28/17 [2018] 95-114.

[2] Shelley Johnson Listwan Jody L. Sundt Alexander M. Holsinger Edward J. Latessa, The Effect of Drug Court Programmingon Recidivism: The Cincinnati Experience, CRIME & DELINQUENCY / JULY 2003, σελ. 390- 399.

[3] Συμεωνίδου-Καστανίδου Ε. (2017). Μεταξύ θεραπείας και καταστολής: Η ποινική μεταχείριση των εξαρτημένων δραστών αξιόποινων πράξεων. Ποιν. Δικ τ.11.

37 views0 comments